🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εγχειρητικός
εγχειρητικός
операционный
;
~ή τράπεζα — операционный стол
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
операционный
? —
εγχειρητικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
εγχειρητικός
? — операционный
#
(ново)греческий словарь
—
κωπηλασία
—
πεμπτημόριο
—
μαστορικός
—
πανηγυρίστρια
—
συλημένος
—
βιβλιοπώλισσα
—
αθωράκίστος
—
κατάκορφος
—
σύννοια
—
μοτόν
—
χειροδικώ
—
αιμοδοσία
—
αναισθητοποιούμαι
—
ουσιαστικώς
—
αποσαφηνίζω
—
νεοελληνικός
—
άφθορος
—
περιετμήθην
—
αληθινός
—
κουτσομάγαζο
—
ράμφισμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω