🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
φαρμακοτεχνικός
φαρμακοτεχνικός
1.
фармацевтический
;
2. (о)
фармацевт
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
фармацевтический
? —
φαρμακοτεχνικός
как на
(ново)греческом
будет слово
фармацевт
? —
φαρμακοτεχνικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
φαρμακοτεχνικός
? — фармацевтический, фармацевт
#
(ново)греческий словарь
—
διαμάχη
—
κούνια
—
μαχαιροποιείο
—
εμποροπλοίαρχος
—
βόλτα
—
χολολιθίαση
—
βενζινόπλοιο
—
αντισημίτρια
—
διγένεια
—
ξιφοποιός
—
χειροτεχνώ
—
βαθύφωνο
—
αντωθούμαι
—
λέμβων
—
φραγκοδίφραγκα
—
νυχτομαθημένος
—
πεζεβέγκης
—
μισογκρεμισμένος
—
καυχώμαι
—
υδρογραφικός
—
ύδρος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω