🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
φόντο
φόντο
το 1)
фон
;
2) (чаще мн.ч.)
капитал
;
λίγα είναι τά ~α του — [phrase]у него небольшой капитал[/phrase]
;
===
δεν έχω κανένα ~ — не иметь умственного багажа
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
фон
? —
φόντο
как на
(ново)греческом
будет слово
капитал
? —
φόντο
как с
(ново)греческого
переводится слово
φόντο
? — фон, капитал
#
(ново)греческий словарь
—
νοσοφόρος
—
νυχτοκάντηλο
—
στερεότητα
—
μαστραπάς
—
τραυματίας
—
άρριφτος
—
τοξίνη
—
αντιεκρηκτικός
—
κόπρισμα
—
χειρόκτιον
—
μαστροπεία
—
πουντιάζω
—
παλιοσέντονο
—
λευκοβαφής
—
αντιδικώ
—
λιχνιστήρι
—
εφέσιμος
—
κοντά
—
ξεκολλημός
—
τηλεπάθεια
—
τρίχρονος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω