🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
παραγεμισμένος
παραγεμισμέν|ος
фаршированный; с начинкой
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
фаршированный
? —
παραγεμισμένος
как на
(ново)греческом
будет слово
с начинкой
? —
παραγεμισμένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
παραγεμισμένος
? — фаршированный, с начинкой
#
(ново)греческий словарь
—
ινδοευρωπαϊκός
—
μουλιάζω
—
υπερώνυμο
—
ιδεαλισμός
—
αμάχη
—
φούρκα
—
οστεωδυνικός
—
τήβεννος
—
τετράτροχος
—
αποκλάδι
—
αποθαμένος
—
μεσσηνέζα
—
αντιστένομαι
—
έρχομαι
—
λώβα
—
αξετίμωτος
—
παγίδι
—
αλλοθιγενής
—
τρίμορφος
—
ωμέγα
—
προσεγγίζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω