🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ελικοπτεροφόρο
ελικοπτεροφόρο
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ελικοπτεροφόρο
? —
#
(ново)греческий словарь
—
βάθυνση
—
σάλα
—
παράκαιρος
—
ποπελίνα
—
παραγωγή
—
κατασώτευση
—
ξενητεύομαι
—
ταξιθετώ
—
συνέρισμα
—
αναγούλιασμα
—
ταυτολογώ
—
κατακαημένος
—
κοφτερός
—
σαββατογεννημένος
—
λιβαδερό
—
μεσοκλιματολογία
—
άχνουδος
—
ατέλεια
—
φύση
—
βάτος
—
καταφυγή
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω