🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ακλωστος
ακλωστ|ος
1)
непряденый
;
2)
бессвязный
(о речи, словах)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
непряденый
? —
ακλωστος
как на
(ново)греческом
будет слово
бессвязный
? —
ακλωστος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ακλωστος
? — непряденый, бессвязный
#
(ново)греческий словарь
—
θησαυροφυλάκιο
—
πασπαλώνω
—
αποπνιγμός
—
πέτρινος
—
φορτώνω
—
επισκόπηση
—
σκληρότητα
—
θαμνώδης
—
δερματουργία
—
έμπηξις
—
εμπυρέας
—
πολιτικός
—
συλλείτουργο
—
φήμη
—
φουσέκι
—
δοκός
—
υφύγρωση
—
αναθάλπω
—
κατευόδωμα
—
ψεκαστήρας
—
εγωισταίνω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω