🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ελαφοκέρατο
ελαφοκέρατο
το
олений рог
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
олений рог
? —
ελαφοκέρατο
как с
(ново)греческого
переводится слово
ελαφοκέρατο
? — олений рог
#
(ново)греческий словарь
—
αντιμαρξιστικός
—
αντίρρησις
—
θεριακώνω
—
ορχηστική
—
αντίκλητος
—
επιχωριάζων
—
σπιρτάδα
—
αναιρέσιμος
—
θυμαριά
—
βραχύτητα
—
αόρατος
—
κουτσονούρα
—
μάγεύμα
—
λιοκρούγομαι
—
διαμιλλώμαι
—
στάχτωμα
—
διαφράσσω
—
μπαλάσκα
—
αγαλάχτιστος
—
σείσμα
—
εξιστόρηση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω