🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
δρομογράφος
δρομογράφ|ος
ο
шагомер
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
шагомер
? —
δρομογράφος
как с
(ново)греческого
переводится слово
δρομογράφος
? — шагомер
#
(ново)греческий словарь
—
τεμπελόσκυλο
—
γεύμα
—
απροφυλαξία
—
αυτοδιοίκηση
—
επικάρδιον
—
γαρυφαλέλαιον
—
ικανότητα
—
καταφανής
—
ξεπέζεμα
—
ψυχοπονώ
—
αμπελήσιος
—
κατορθώνω
—
χτυποκάρδι
—
αείμνηστος
—
μορφίζω
—
γονότυπος
—
τρομάζω
—
λάπατο
—
προγυμνάσιο
—
παραλογιά
—
αντεξέταση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω