🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ανάκυρτος
ανάκυρτ|ος
выпуклый
;
~ οδός — дорога с двускатным покрытием, с двускатным профилем
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
выпуклый
? —
ανάκυρτος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανάκυρτος
? — выпуклый
#
(ново)греческий словарь
—
ακριβοκοιτάζω
—
εξαερωτήρας
—
καλημέρα
—
χυμένος
—
αιθεροβατώ
—
ηγουμένισσα
—
απαρτία
—
καθολικότητα
—
ιδρός
—
θανάσιμα
—
τετριμμένος
—
σκυθρωπιάζω
—
ανάστροφα
—
φυτογεωγραφικός
—
αράχνιασμα
—
διαλφάβητος
—
φιλόζωος
—
βαναδικός
—
δράξ
—
γλίνη
—
κύπριος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω