🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κατάλυμα
κατάλυμα
το 1)
ночлег
;
βρίσκω ~ — останавливаться на ночлег
;
2) воен. :
~ (στρατιωτικόν) — постой
;
έχω (или κάνω) ~ — останавливаться на постой
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
ночлег
? —
κατάλυμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
κατάλυμα
? — ночлег
#
(ново)греческий словарь
—
ασυγχρώτιστος
—
νηματοποίηση
—
πιεσμένος
—
λησμονούμαι
—
αοριστολόγος
—
ασκούφωτος
—
δυσθεώρητος
—
ατεχνα
—
θολερότητα
—
μουστόγρια
—
μισοαποικιακός
—
γλαυκόφθαλμος
—
ανατριχιάζω
—
πεντακοσάρα
—
αρχοντοχωριάτισσα
—
αλειμματώδης
—
αντιληπτικά
—
ματοκυλισιά
—
μπασμένος
—
δικογραφία
—
φυτοζωία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω