🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σαρκώνω
σαρκώνω
заживлять, рубцевать
(рану)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
заживлять
? —
σαρκώνω
как на
(ново)греческом
будет слово
рубцевать
? —
σαρκώνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
σαρκώνω
? — заживлять, рубцевать
#
(ново)греческий словарь
—
ξαναδοκιμάζω
—
ιερολοχίτης
—
κρεμμυδόσουπα
—
κεχωρισμένος
—
πεπλόγλαυκα
—
μυελώδης
—
σεμνοπρέπεια
—
κρεατής
—
υπερπροστατευμένος
—
ανακαθίζω
—
ακόμπιαστος
—
εγκολάπτω
—
μυροφόρος
—
ανεύρεση
—
στραβοπόδης
—
ορνιθοκόμος
—
απαρέμφατο
—
εξιστοράω
—
σύμμετρος
—
αντραλώνω
—
εκπόμπβυση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω