🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
παράγραφος
παράγραφ|ος
η, ο 1)
параграф
;
2)
абзац
;
===
αυτό είναι άλλος ~ — [phrase]это другое дело[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
параграф
? —
παράγραφος
как на
(ново)греческом
будет слово
абзац
? —
παράγραφος
как с
(ново)греческого
переводится слово
παράγραφος
? — параграф, абзац
#
(ново)греческий словарь
—
άπρεπος
—
μενεξελύς
—
θεοκαπηλεία
—
τάβλι
—
δελεάζομαι
—
περίφρακτος
—
λέκιασμα
—
ιουλιανά
—
κοκκάλιασμα
—
ηνιοχεία
—
γλιστράω
—
ευχέρεια
—
γιουγκοσλάβικος
—
κακοφορμίζω
—
εξόρμισις
—
μή μου άπτου
—
ίπταμαι
—
θυλάκιο
—
λογού
—
τρομοκράτης
—
αναπτυχή
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω