🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ρινοπλαστική
ρινοπλαστική
η мед.
ринопластика
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
ринопластика
? —
ρινοπλαστική
как с
(ново)греческого
переводится слово
ρινοπλαστική
? — ринопластика
#
(ново)греческий словарь
—
χειροβολώ
—
απαράγραπτο
—
αντροφέρνω
—
μισανοίγω
—
κατεβατός
—
χιράμι
—
δόκανο
—
τρωϊκός
—
κολάζομαι
—
γαγγραινούμαι
—
ξεσκούντημα
—
μαζώχτρα
—
γκαινιάζομαι
—
Μαυρογιάννης
—
απεράτωτος
—
σκουληκιασμένος
—
άσχετος
—
ανετρομαλίζομαι
—
βερίκοκκο
—
διένεξη
—
καταπίνω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω