🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ινδοκάλαμος
ινδοκάλαμ|ος
ο
бамбук
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
бамбук
? —
ινδοκάλαμος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ινδοκάλαμος
? — бамбук
#
(ново)греческий словарь
—
πολυσύλλαβος
—
βυθοκόρος
—
εργόχειρο
—
μπρίο
—
ψιχαλιστά
—
όμιλος
—
βριζάλεύρο
—
ανύστακτος
—
ψήστρια
—
μεγαλειώδης
—
αναπόκριτος
—
απλεχτος
—
ρωπικός
—
ενδέτης
—
κουνιάδος
—
εξωτικιά
—
αφορεσμός
—
νυχτοφύλακας
—
βρωμομαμούνα
—
αστυφυλακή
—
αποσκοπώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω