🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αντιπληθωρικός
αντιπληθωρικός
антиинфляционный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
антиинфляционный
? —
αντιπληθωρικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
αντιπληθωρικός
? — антиинфляционный
#
(ново)греческий словарь
—
διαπορητικός
—
εξοχωτάτη
—
αναχαράσσω
—
αραθρώνω
—
νομισματολογικός
—
αυθορμητισμός
—
επιστομίζω
—
διάθρεψη
—
γελαστικά
—
εκβουτύρωση
—
σκωληκοφαγωμένος
—
χτυπημένος
—
αιθερολόγος
—
εθιμοτυπία
—
μπάσιμο
—
εσπερινός
—
στραβισμός
—
σουλατσάρισμα
—
πλαγίαυλος
—
Πρωτομαιά
—
αβάσιμος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω