🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ρεμβαστικός
ρεμβαστικός
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ρεμβαστικός
? —
#
(ново)греческий словарь
—
φτειαστικά
—
λούζομαι
—
αντέγγραφον
—
κομπλιμέντο
—
αναφομοίωτος
—
παρελκυστικότητα
—
ευγλωττία
—
ρακένδυτος
—
υπέρθερμος
—
συχνότης
—
πηλοπλαστικός
—
συντονισμένος
—
φιλόνεικος
—
μπιστολιά
—
ονείρωξη
—
ερωτική
—
κυβοειδής
—
ισπανόφιλος
—
τοξικομανία
—
παμψυχισμός
—
ασπρογή
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω