🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ραβδιστήρα
ραβδιστήρα
η
шест, жердь
(для сбивания плодов)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
шест
? —
ραβδιστήρα
как на
(ново)греческом
будет слово
жердь
? —
ραβδιστήρα
как с
(ново)греческого
переводится слово
ραβδιστήρα
? — шест, жердь
#
(ново)греческий словарь
—
στεγοποιός
—
αχούφτιαστος
—
αθρακιά
—
πλοηγίς
—
νεοφοβία
—
υπογλυκαιμία
—
δοκάνη
—
στεγανοποιώ
—
περιληψούλα
—
παγοδρομικός
—
οινομάγειρος
—
εξεχόντως
—
αηδονίσιος
—
ψούνιο
—
υποτιτλισμός
—
εξασθενής
—
κρεοηώλης
—
βύζασμα
—
καραγκιοζλίκι
—
μαλάκα
—
γρηγορωσύνη
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω