🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εκρηκτήρας
εκρηκτήρας
(-ήρος) ο
взрыватель
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
взрыватель
? —
εκρηκτήρας
как с
(ново)греческого
переводится слово
εκρηκτήρας
? — взрыватель
#
(ново)греческий словарь
—
καλοσυσταίνω
—
γιαγιά
—
απαράκαμπτος
—
αιμομικτικός
—
αποδόμηση
—
ξεστρώνω
—
μαγιολική
—
σύναμα
—
παραπέμπω
—
αποκάρωση
—
κλίνω
—
μαυρισμένος
—
κουνιέμαι
—
αλεξανδρινός
—
επίσχεστρον
—
σταμπάρω
—
εκχυλίζω
—
βιογένεση
—
επασχόληση
—
ευγενέστατος
—
συμβαδίζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω