🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κωλυσιεργός
κωλυσιεργός
ο, η
обструкционист
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
обструкционист
? —
κωλυσιεργός
как с
(ново)греческого
переводится слово
κωλυσιεργός
? — обструкционист
#
(ново)греческий словарь
—
ψιλοχάραγος
—
λαχανί
—
συμμαχήτρια
—
ανακατωσιά
—
αποφορτίζω
—
αξιόποινος
—
ακατάθετος
—
αϋλία
—
κοντανάσα
—
μηχανικό
—
εισέρχομαι
—
ζάβαλης
—
ρίγος
—
κλαγγή
—
ιερακοτροφία
—
σπαρτιάτικος
—
άθρησκος
—
συρμή
—
γλυκάκιας
—
κακογράφος
—
δυσφημίζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω