🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αιτιοκρατικός
αιτιοκρατικός
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αιτιοκρατικός
? —
#
(ново)греческий словарь
—
πτητικότητα
—
κηφηναρειό
—
αυτοκάλεστος
—
ακτινοδέσμη
—
βιβάρι
—
πυργί
—
καρρέ
—
ελεφαντάκι
—
βαθιονόητος
—
λαδίλα
—
πιθανώς
—
λαλάω
—
ραντιέρης
—
χωρομέτρηση
—
πλυντήριος
—
σαπωνοποιείο
—
παλεύω
—
γραβάδι
—
θεληματάρης
—
πρόσκειμαι
—
οδοντολοξία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω