🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
στειροποίηση
στειροποίηση
η
стерилизация, обеспложивание
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
стерилизация
? —
στειροποίηση
как на
(ново)греческом
будет слово
обеспложивание
? —
στειροποίηση
как с
(ново)греческого
переводится слово
στειροποίηση
? — стерилизация, обеспложивание
#
(ново)греческий словарь
—
σύμφυρτος
—
ρυθμίζω
—
λαθύρι
—
πολιότης
—
μπότσα
—
αεροδικείο
—
θεούσα
—
ανοικοδομικός
—
οζονίζω
—
συντριμμένος
—
δρομοκροτίς
—
ξέγνοιος
—
ακοίμητος
—
καμποτίνος
—
μακαρονιστής
—
ακαταζήτητος
—
αυγουστιάτικα
—
μονδαμίνη
—
κάρφωμα
—
ανακτίζω
—
καλοδεχούμενος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω