🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αμμοδόχος
αμμοδόχος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αμμοδόχος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
μασούριασμα
—
πεζοπόρος
—
αποίκιση
—
αδεκαρία
—
διφθεριτικός
—
κόστος
—
μεταγωγικό
—
βροντοχτύπημα
—
εμπλεκόμενος
—
γονοκοκκίαση
—
εξατμιστήρας
—
κρεμώδης
—
Λονδρέζος
—
παπουτσοθήκη
—
ανεγείρω
—
λάπα
—
υποδιεύθυνση
—
πάχυνση
—
ξεστρωμένος
—
οροθέτηση
—
διυλιστήρας
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω