🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
στεφανωμένη
στεφανωμένη
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
στεφανωμένη
? —
#
(ново)греческий словарь
—
χρυσοθηρία
—
οιωνοσκόπος
—
βεράντα
—
στιβάδα
—
ενάμνιος
—
θαλασσοκράτορας
—
αφροστεφάνωτος
—
αναλυτικός
—
κοινοβουλευτισμός
—
παραλογάω
—
μεταβατικός
—
ξυπνητήρι
—
σεισμολόγος
—
στάμπα
—
γλειφομούνι
—
φωτοτυπικός
—
ξένος
—
μεζεδάκι
—
βούϊσμα
—
σκατομαζώχτρα
—
θωρηκτό
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω