🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πιεστής
πιεστ|ής
ο 1)
прессовщик
;
2) полигр.
тискальщик
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
прессовщик
? —
πιεστής
как на
(ново)греческом
будет слово
тискальщик
? —
πιεστής
как с
(ново)греческого
переводится слово
πιεστής
? — прессовщик, тискальщик
#
(ново)греческий словарь
—
αθιγγανικός
—
ομοιόμορφον
—
αφιέρωση
—
διάμεσος
—
αλλόφωνος
—
αρνιούμαι
—
συνελών
—
διαφέντευση
—
αναβρακάτος
—
σκώπτρια
—
σφύξη
—
διακοσιαπλάσιος
—
ακύκλωτος
—
αντιλογικός
—
σκληρούτσικος
—
αλατουργός
—
Ιρακινή
—
ανεμογραφικός
—
κουτσομπολίστικος
—
σοκολατούχος
—
χιονισμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω