🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
οξειδωτής
οξειδωτής
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
οξειδωτής
? —
#
(ново)греческий словарь
—
αξέζωστος
—
ευφυολόγημα
—
πρόσκοπος
—
σίναπι
—
βαθύχρωμος
—
ομαδόν
—
ουσιαστικοποιημένος
—
μάταια
—
κινητικότητα
—
πιί
—
επαινετικος
—
μαφία
—
ορθοεπής
—
αλαφροκαρδιά
—
γουρουνίσιος
—
τυπογραφείο
—
νήξις
—
επιβοήθεια
—
ευμετάβλητο
—
ποδηλάτης
—
κλαρί
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω