🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
λιμενίζω
λιμενίζω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
λιμενίζω
? —
#
(ново)греческий словарь
—
κατακάθι
—
καλαμοκάνισσα
—
ζηλιάρης
—
κουτσουμπός
—
δρακοντιά
—
ανάγωγος
—
απριλιάτικα
—
αλήτικος
—
αντασφαλιστής
—
ηγεμονίσκος
—
εξεταστέους
—
ηλιοθεραπεία
—
πεζεύγω
—
γαλάκτωση
—
σαπωνοποιήσιμος
—
δηλητηριάστρια
—
μαγνησία
—
ἧττα
—
ξεμπλέκω
—
φυτίστρα
—
βλαπτικότητα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω