🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σμπαράλια
σμπαράλια
τα
осколки; обломки
;
τά κάνω ~ — разбивать вдребезги
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
осколки
? —
σμπαράλια
как на
(ново)греческом
будет слово
обломки
? —
σμπαράλια
как с
(ново)греческого
переводится слово
σμπαράλια
? — осколки, обломки
#
(ново)греческий словарь
—
λεμφοκυτογόνος
—
φραξιονισμός
—
βιγλάτορας
—
περίμετρος
—
ραιβόκρανο
—
τζερεμές
—
αμματίζω
—
πανώλης
—
μέτωρο
—
ολοσχερώς
—
συμμειγνύω
—
πληθυσμός
—
γιατρεία
—
δρυοκολόπος
—
διαμπάξ
—
ακατάβρεκτος
—
ανοιχτόκαρδος
—
πτύελο
—
ψειροβότανο
—
μακαντάσης
—
σχοινοτενώς
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω