🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αειφόρος
αειφόρος
устойчивый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αειφόρος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
συνημμένος
—
αναπλάττω
—
δίεδρος
—
τετρασθενής
—
θάβω
—
τζίτζερ
—
καλαμωτός
—
παραθύρι
—
αιώρηση
—
Φαίαξ
—
αρωματοποιείο
—
αγιούτο
—
φτυστός
—
αρχιεργάτρια
—
αστεροειδής
—
κατουρλίλα
—
μουχρωπός
—
μελλοντισμός
—
τριτάρικος
—
μεταφέρνω
—
ενάκις
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω