🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πλήξη
πλήξη
η
скука, тоска
;
προκαλώ ~ — наводить
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
скука
? —
πλήξη
как на
(ново)греческом
будет слово
тоска
? —
πλήξη
как с
(ново)греческого
переводится слово
πλήξη
? — скука, тоска
#
(ново)греческий словарь
—
οργανικά
—
γλυκοτραγουδιέμαι
—
παμπάλαιος
—
ανάδετος
—
πρωκτίτιδα
—
ασαμάρωτος
—
εγχάραξη
—
δοκίμως
—
εξωτερικός
—
ερημίτης
—
φλογιστό
—
λειτουργός
—
τρελλοκομείο
—
φατριάζω
—
τελεσφορώ
—
ορολογία
—
απόκρημνος
—
στερεοστατική
—
ανοξαιμία
—
γιουχάισμα
—
διεισδυτικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω