🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πεπεισμένος
πεπεισμένος
Убежденный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
πεπεισμένος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ενεστώτος
—
χλοώδης
—
κουτσαύτης
—
έδρα
—
βατίς
—
σκοτεινότητα
—
κρυόπλασμα
—
αρχικώς
—
αγάλι
—
καφετζού
—
σταλίζω
—
περαστικός
—
κλιμάκωση
—
μπέρτα
—
λυγγιάζομαι
—
γούργουλας
—
φαγκοτο
—
ζαχαροποιός
—
αγγελούδι
—
ωλένη
—
υπούργημα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω