🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ανταπεργιακός
ανταπεργιακός
направленный против забастовок
(о мерах и т. п.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
направленный против забастовок
? —
ανταπεργιακός
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανταπεργιακός
? — направленный против забастовок
#
(ново)греческий словарь
—
κεντημένος
—
αλωπεκίαση
—
αμφιταλαντεύομαι
—
σφουγγαράς
—
περιζώνω
—
μονόλεφτος
—
απόμακτρον
—
ατιμωτικά
—
άκρο
—
συναδελφικός
—
πανοσιότης
—
αρρώστια
—
αλκοολίκι
—
πυροσειρίδα
—
μεγαλοκέφαλος
—
μάστορας
—
βήλα
—
λητάρι
—
επιτηδευματίας
—
σκοτεινάδα
—
ερυθραιμία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω