🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γκαίνιση
γκαίνιση
η
сохранение
(рода, расы, породы)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сохранение
? —
γκαίνιση
как с
(ново)греческого
переводится слово
γκαίνιση
? — сохранение
#
(ново)греческий словарь
—
ψήκτρα
—
τειχίο
—
αρχοντολογικός
—
αξαζούμενος
—
ευθετώ
—
αβανιάρης
—
εφεσίβλητος
—
κοραλλιοθήρας
—
μεθοδιστής
—
ήλιον
—
δερμάτωση
—
ντιλετταντισμός
—
ψυχικάρα
—
ρέφουλα
—
ατραυμάτιστος
—
καμποτινισμός
—
αζάρωτος
—
επαναπίπτω
—
κρεβάτι
—
φαρφαράς
—
ανυπόνοιαστος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω