🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αιμωδίαση
αιμωδίαση
(-εως) η мед.
онемение
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
онемение
? —
αιμωδίαση
как с
(ново)греческого
переводится слово
αιμωδίαση
? — онемение
#
(ново)греческий словарь
—
αμμοδοχείο
—
κονιατής
—
αμφίσημος
—
χεροδύναμος
—
οστικός
—
σεμιγδαλένιος
—
κωλοβάρεμα
—
βουλώνω
—
κατακράτηση
—
πεντάκις
—
πειραματιστής
—
ζυγίζω
—
χαλικόστρωτος
—
λαδόπανο
—
παραδέρνω
—
ράφτης
—
στενογραφικός
—
γλυκύς
—
πίστα
—
μικροσκοπία
—
παράπλους
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω