🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εκλαϊκευτικός
εκλαϊκευτικός
популяризаторский
;
κατά τρόπον ~όν — популярно
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
популяризаторский
? —
εκλαϊκευτικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
εκλαϊκευτικός
? — популяризаторский
#
(ново)греческий словарь
—
απρέπεια
—
γαντζούδι
—
καλλυντικά
—
ανοτιμητικός
—
ελαφρόποδός
—
βουλκάνος
—
ολιγοτεκνία
—
προγυμναστής
—
αμυγδαλόλαδο
—
φωσφορίτης
—
αθεωσύνη
—
γκρεμοτσάκισμα
—
μηχανοκατασκευαστής
—
ψίχουλο
—
κτύπος
—
Αμμώνειο
—
εξημμένος
—
χάβω
—
υδροτεχνικός
—
προγονισμός
—
ναυτόπαις
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω