🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διακόφτό
διακόφτό
το
скалистый островок
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
скалистый островок
? —
διακόφτό
как с
(ново)греческого
переводится слово
διακόφτό
? — скалистый островок
#
(ново)греческий словарь
—
θαυματουργία
—
ολοζωής
—
αριστουργηματικός
—
κινητός
—
ατόφιος
—
καββάλα
—
αντιληφθείς
—
απροσκύνητος
—
ροδέλλα
—
εξάμβλωμα
—
εδέθην
—
ψαροκέφαλο
—
προτεσταντισμός
—
χρονομηχανή
—
πειρατής
—
γλιτώνω
—
φωτοταχυμέτρηση
—
γή
—
τιμάρεμα
—
αρνοπόκι
—
κλητήρας
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω