🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κονικλοτροφία
κονικλοτροφία
η
кролиководство
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
кролиководство
? —
κονικλοτροφία
как с
(ново)греческого
переводится слово
κονικλοτροφία
? — кролиководство
#
(ново)греческий словарь
—
αδικοβγάλτρια
—
ενδεκάς
—
χάνομαι
—
εκκαφεϊνισμός
—
παρηγορήτρια
—
λογογραφία
—
ασπράδι
—
σεισμομετρία
—
μπαγκιέρης
—
διοπτροφόρος
—
άνευ
—
ψαροπούλα
—
ευζωνικός
—
αραθυμώ
—
επικάλυμμα
—
τυροκόμος
—
πλευριτικός
—
γεροντολεύτερη
—
ασχημόπαπο
—
κουφάλα
—
κοπροσκυλώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω