🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αλωνιστικά
αλωνιστικά
τα
плата за обмолот
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
плата за обмолот
? —
αλωνιστικά
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλωνιστικά
? — плата за обмолот
#
(ново)греческий словарь
—
ξεγλίστρημα
—
πιένα
—
αναδιοργανωτικός
—
ξένοιαστος
—
δεμάτι
—
τσιπροφονιάς
—
ανάρρηξη
—
πλουτολογία
—
γονικά
—
υδατοκομία
—
περιπαίζω
—
μέλαινα
—
ανακεφαλαιωτικός
—
αξιαγάπητος
—
κομματικός
—
κατηγορικός
—
αντικομμουνίστρια
—
ανταίτησις
—
ακριβός
—
πλουσιόπαιδο
—
τεντωτός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω