🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αρκτόμυς
αρκτόμυς
(-μυός) ο
сурок
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сурок
? —
αρκτόμυς
как с
(ново)греческого
переводится слово
αρκτόμυς
? — сурок
#
(ново)греческий словарь
—
όπιο
—
τάση
—
ελαιουργός
—
ενδοκράνιος
—
μικροσκόπιο
—
αμακατζήδικος
—
μαϊάτικος
—
επιλαχών
—
όλον
—
δυσφορία
—
παλινόρθωση
—
αυτοφυώς
—
αλατερή
—
δίλαβος
—
ανεμφάνιστος
—
τυροποιία
—
φρουτάκι
—
βλεφαριδωτός
—
παίδαρος
—
γουρούνια
—
κουμαντάρω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω