🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ενατένιση
ενατένιση
η
пристальное разглядывание
, наблюдение
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пристальное разглядывание
? —
ενατένιση
как с
(ново)греческого
переводится слово
ενατένιση
? — пристальное разглядывание
#
(ново)греческий словарь
—
τσεύδισμα
—
ξεύρω
—
βιβλιοβριθής
—
παριστάνω
—
σουσαμένιος
—
αποκρεμιέμαι
—
παραισθησία
—
αυτοανάπτυξη
—
μουνοπλημμύρα
—
αραβοσιτέλαιο
—
θεοκαπηλεία
—
σοδομικός
—
γκέλλι
—
πενθηφορώ
—
θεραπευτήριο
—
ραδιο-
—
αποσκοπώ
—
εκτελεστήριον
—
εξαημερία
—
γαϊδουρολάτης
—
βιβλιοφάγος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω