🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πλαγιασμένος
πλαγιασμέν|ος
лежащий; полёгший
(о растениях);
τά στάρια είναι ~α — [phrase]хлеба полегли[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
лежащий
? —
πλαγιασμένος
как на
(ново)греческом
будет слово
полёгший
? —
πλαγιασμένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
πλαγιασμένος
? — лежащий, полёгший
#
(ново)греческий словарь
—
λαβωματιά
—
εορτάζων
—
ασίμωτος
—
πνιγμονή
—
πλάνισμα
—
Ουκρανία
—
γιατροσόφι
—
αφθονών
—
ανεξικακία
—
κλείω
—
λαουτζίκος
—
δεκαεξαπλάσιος
—
Σουηδή
—
σιδεράς
—
ετερόχρονος
—
ελαφρόκαρδος
—
σύν-
—
φαρμακεύτρια
—
δαμάζω
—
αγορητής
—
σουβλομύτης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω