🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
έννομος
έννομ|ος
законный
;
~ τάξις — правопорядок
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
законный
? —
έννομος
как с
(ново)греческого
переводится слово
έννομος
? — законный
#
(ново)греческий словарь
—
εικοσαπλάσιος
—
αρχιτεκτόνημα
—
ανέρχομαι
—
ενδημικότητα
—
σέπια
—
παστός
—
κριθάλευρο
—
ξεδιπλωμένος
—
κρίσιμος
—
ακή
—
έγχρωμος
—
γουστάρισμα
—
συκολός
—
κόλπωμα
—
δόρυ
—
σκουληκότρυπα
—
σταφυλή
—
υψηλότητα
—
μηδαμινός
—
φανοκόρος
—
οπισθοφύλακας
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω