🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πινελλάρω
πινελλάρω
красить кистью
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
красить кистью
? —
πινελλάρω
как с
(ново)греческого
переводится слово
πινελλάρω
? — красить кистью
#
(ново)греческий словарь
—
κρέπ
—
προφορικά
—
μετάπλαση
—
κατακλύζω
—
γλαντός
—
δελτάριο
—
ξίδιασμα
—
εγκαυστος
—
αντιστάθμισμα
—
αμίλητος
—
στειρωτικός
—
επίταχτος
—
βαθυμέτρηση
—
ιλιγγιωδώς
—
χειρόγραφο
—
ιεραρχικά
—
ριπίδιον
—
ευσταθούν
—
κομπώτρα
—
χαλκάς
—
αμυδρόφωτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω