🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αίνιγμα
αίνιγμα
το
загадка
(тж. перен.);
λύω ~ — разгадать загадку
;
μιλάω μέ αινίγματα — говорить загадками
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
загадка
? —
αίνιγμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
αίνιγμα
? — загадка
#
(ново)греческий словарь
—
προσράπτω
—
εισορμίζω
—
ακαταλάγιαστος
—
εδέησα
—
τιμωρία
—
υδροχελιδών
—
λεμφοκύτταρον
—
πίγκωμα
—
γκαζάκι
—
ταγάρι
—
φορμάστ
—
καρβουνιάρισσα
—
ολλαντέζικος
—
γαϊδούρης
—
κλισιάς
—
μακαρονάς
—
σκανδαλοθήρας
—
στρατόσφαιρα
—
δηκτικός
—
αλλοπαθητικός
—
κινητό
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω