🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εκπίεσμα
εκπίεσμα
το хим.
вытяжка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
вытяжка
? —
εκπίεσμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
εκπίεσμα
? — вытяжка
#
(ново)греческий словарь
—
ανεμοφράκτης
—
άγρυπνος
—
ιχνογράφημα
—
άτιτλος
—
φαφούτικος
—
γυναίκειο
—
ρεκλάμα
—
καίγω
—
ανάβρυτος
—
δίζελ
—
εξόστωση
—
ψαλμωδικός
—
μνήστευση
—
ικτίδα
—
εργοστασιάρχης
—
ροχαλίζω
—
συνεταιρικός
—
χειρόπτερα
—
γεραματιάζω
—
μονοήμερος
—
γεννησιά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω