🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
νίψιση
νίψιση
(-εως) η
умывание, мытьё
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
умывание
? —
νίψιση
как на
(ново)греческом
будет слово
мытьё
? —
νίψιση
как с
(ново)греческого
переводится слово
νίψιση
? — умывание, мытьё
#
(ново)греческий словарь
—
πιστάκιον
—
πατριδοκάπηλος
—
πόσο
—
συμμορφώνω
—
μοχθηρότητα
—
πρωταπαντώ
—
δόλων
—
Εσθονή
—
σωπαίνω
—
ξαπερνώ
—
πλοϊμότης
—
ανδρώνας
—
γερμανόφιλος
—
νεροβράζω
—
ηλεκτροδυναμικός
—
γκεμιτζής
—
ακονιστής
—
επίστρωτος
—
πελεκισμός
—
φακοειδής
—
ηλεκτρομηχανή
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω