🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
καλένδαι
καλένδαι
αι
скаленды
;
===
παραπέμπω εις τάς ελληνικός ~ας — откладывать до греческих календ, откладывать в долгий ящик
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
скаленды
? —
καλένδαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
καλένδαι
? — скаленды
#
(ново)греческий словарь
—
πλούτος
—
χρωματουργός
—
σκαληνός
—
κατατροπώνω
—
μουντζαλιά
—
τετελεσμένος
—
γγίζω
—
αγγελοκάμωτος
—
ενοφθαλμία
—
αυτόχειρας
—
ρίνη
—
δυσπαρατήρητος
—
ακίνδυνος
—
ξεβιδώνω
—
χοντρέλα
—
στραγγαλιστικός
—
σελιδοθέτης
—
πολυγονία
—
ερμηνεία
—
αντικαταστάτισσα
—
ζωϊκός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω