🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αθανασία
αθανασία
η
бессмертие
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
бессмертие
? —
αθανασία
как с
(ново)греческого
переводится слово
αθανασία
? — бессмертие
#
(ново)греческий словарь
—
γέρος
—
κάλλιο
—
καταψιά
—
κασέλλα
—
επιβεβαίωση
—
μοναχικός
—
βιολογία
—
χιλίαρχος
—
τοματοσαλάτα
—
βλαστίδιο
—
σαυρίδι
—
ανανεώνομαι
—
χρηματολαγνεία
—
ηλεκτρονικός
—
αποτίμημα
—
πλαγιοφύλαξη
—
γελοιογράφηση
—
είσπλους
—
επαινοθήρας
—
τριώροφος
—
σπογγώδης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω