🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σανοπώλης
σανοπώλης
ο
торговец сеном
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
торговец сеном
? —
σανοπώλης
как с
(ново)греческого
переводится слово
σανοπώλης
? — торговец сеном
#
(ново)греческий словарь
—
νευροψυχικός
—
βαναυσουργω
—
σκληρόφυλλος
—
εξαδικός
—
αμνοερίφια
—
γαριδάκι
—
εγκόσμιος
—
πηγουνάτος
—
λοφιοφόρος
—
φαλτσέτα
—
εκτυπον
—
φάρδεμα
—
καταδαμάζω
—
αθαματούργητος
—
μοναχικός
—
τμηματικώς
—
φιλελληνικός
—
συνολικά
—
κολλήγας
—
καυλώνω
—
ηλιόθρεφτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω