🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
λινόλαιον
λινόλαιον
το
линолеум
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
линолеум
? —
λινόλαιον
как с
(ново)греческого
переводится слово
λινόλαιον
? — линолеум
#
(ново)греческий словарь
—
πεζικάριος
—
ενεργειακός
—
καγκελλαρία
—
χρησιμεύω
—
διακολλητικός
—
ίαμβος
—
διάκαυση
—
κοντό
—
αναφύτευση
—
αργυραμοιβός
—
προπάτωρ
—
περιγενόμενοι
—
παρεκτρέπω
—
πρεσσάρισμα
—
τρεμοφέγγισμα
—
επιλέγομαι
—
αντιδημαρχία
—
κουμπουριά
—
μαντατούρα
—
ερασιτεχνισμός
—
γιανίτσαρος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω