🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εκουσίως
εκουσίως
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
εκουσίως
? —
#
(ново)греческий словарь
—
αστοκρατία
—
ανεμοτάραχτος
—
καβάλημα
—
ενδόσιμος
—
ανεύρετος
—
διμερής
—
ελασματοποιώ
—
ξερονήσι
—
λεγεών
—
ταγάρι
—
απασχόληση
—
πλέξιμο
—
τμητός
—
μονωτής
—
άλεστος
—
παραπεμπτικό
—
μώμος
—
πενθερός
—
διαπραγματεύτρια
—
αδικοβγάλτρια
—
ακηλίδωτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω